διαχώρισις

διαχώρ-ισις, εως, ,
A separation, Arist.GA723b15.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαχώρισις — separation fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαχωρίσει — διαχώρισις separation fem nom/voc/acc dual (attic epic) διαχωρίσεϊ , διαχώρισις separation fem dat sg (epic) διαχώρισις separation fem dat sg (attic ionic) διαχωρίζω separate aor subj act 3rd sg (epic) διαχωρίζω separate fut ind mid 2nd sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαχωρίσεις — διαχώρισις separation fem nom/voc pl (attic epic) διαχώρισις separation fem nom/acc pl (attic) διαχωρίζω separate aor subj act 2nd sg (epic) διαχωρίζω separate fut ind act 2nd sg διαχωρίζω separate aor subj act 2nd sg (epic) διαχωρίζω separate… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαχωρίσεως — διαχωρίσεω̆ς , διαχώρισις separation fem gen sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαχωρίσῃ — διαχωρίσηι , διαχώρισις separation fem dat sg (epic) διαχωρίζω separate aor subj mid 2nd sg διαχωρίζω separate aor subj act 3rd sg διαχωρίζω separate fut ind mid 2nd sg διαχωρίζω separate aor subj mid 2nd sg διαχωρίζω separate aor subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.